σταύρωμα
σταύρωμα
σταύρωμα, ατος, τό,
a palisade or stockade, Lat. vallum, Thuc., Xen.
{ "content": "σταύρωμα\n σταύρωμα, ατος, τό,\n a palisade or stockade, Lat. vallum, Thuc., Xen.", "key": "stau/rwma" }