σταλουργός
σταλουργός
στᾱλ-ουργός, όν
Doric for στηλουργός
ἔργω
furnished with a στήλη or gravestone, Anth.
{ "content": "σταλουργός\n στᾱλ-ουργός, όν\n Doric for στηλουργός\n ἔργω\n furnished with a στήλη or gravestone, Anth.", "key": "stalourgo/s" }