Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σταθμόνδε
σταθμός
σταθμόομαι
σταῖς
σταίτινος
στακτός
στάλαγμα
σταλαγμός
σταλάσσω
σταλάω
στάλιξ
σταλουργός
σταμίν
σταμνίον
στάμνος
στασιάζω
στασιαστικός
στάσιμος
στάσις
στασιώδης
στασιωρός
View word page
στάλιξ
στάλιξ στάλιξ, ῐκος, στᾰλῆναι a stake to which nets are fastened, Xen., Theocr.
ShortDef
a stake to which nets are fastened
Debugging
Headword:
στάλιξ
Headword (normalized):
στάλιξ
Headword (normalized/stripped):
σταλιξ
IDX:
30097
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30131
Key:
sta/lic
Data
{'content': 'στάλιξ\n στάλιξ, ῐκος,\n στᾰλῆναι\n a stake to which nets are fastened, Xen., Theocr.', 'key': 'sta/lic'}