στάδιος
στάδιος
στάδιος (ᾰ), η, ον
στῆναι
standing firm, σταδίη ὑσμίνη close fight, Lat. pugna stataria, Il.; ἐν σταδίῃ (sc. ὑσμίνῃ) Il.
firm, strong, Pind.
{ "content": "στάδιος\n στάδιος (ᾰ), η, ον\n στῆναι\n standing firm, σταδίη ὑσμίνη close fight, Lat. pugna stataria, Il.; ἐν σταδίῃ (sc. ὑσμίνῃ) Il.\n firm, strong, Pind.", "key": "sta/dios" }