σταδιοδρομέω
σταδιοδρομέω
στᾰδιοδρομέω,
fut. -ήσω
to run in the stadium, Dem.
from στᾰδιοδρόμος
{ "content": "σταδιοδρομέω\n στᾰδιοδρομέω,\n fut. -ήσω\n to run in the stadium, Dem.\n from στᾰδιοδρόμος", "key": "stadiodrome/w" }