σπουδαστικός
σπουδαστικός
from σπουδαστής
σπουδαστικός, ή, όν
zealous, earnest, serious, Plat.
{ "content": "σπουδαστικός\n from σπουδαστής\n σπουδαστικός, ή, όν\n zealous, earnest, serious, Plat.", "key": "spoudastiko/s" }