σπουδαρχία
σπουδαρχία
from σπουδάρχης
σπουδαρχία, ἡ,
canvassing for office, Lat. ambitus, Plut.
{ "content": "σπουδαρχία\n from σπουδάρχης\n σπουδαρχία, ἡ,\n canvassing for office, Lat. ambitus, Plut.", "key": "spoudarxi/a" }