σπορητός
σπορητός
σπορητός, οῦ, ὁ,
σπορά
sown corn, growing corn, Aesch.
a sowing of corn, Xen.
{ "content": "σπορητός\n σπορητός, οῦ, ὁ,\n σπορά\n sown corn, growing corn, Aesch.\n a sowing of corn, Xen.", "key": "sporhto/s" }