σποραδικός
σποραδικός
σπορᾰδικός, ή, όν
scattered, τὰ σπ. ζῷα, opp. to τὰ ἀγελαῖα (gregarious), Arist.
{ "content": "σποραδικός\n σπορᾰδικός, ή, όν\n scattered, τὰ σπ. ζῷα, opp. to τὰ ἀγελαῖα (gregarious), Arist.", "key": "sporadiko/s" }