Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σποδέω
σποδιά
σποδίζω
σποδόομαι
σποδός
σπολάς
σπονδαρχία
σπόνδαρχος
σπονδεῖος
σπονδή
σπονδῖτις
σπονδοφόρος
σποράδην
σποραδικός
σποραῖος
σπορά
σποράς
σπορητός
σπόριμος
σπόρος
σπουδάζω
View word page
σπονδῖτις
σπονδῖτις σπονδῖτις, ιδος, making a σπονδή, Anth.
ShortDef
making a σπονδή
Debugging
Headword:
σπονδῖτις
Headword (normalized):
σπονδῖτις
Headword (normalized/stripped):
σπονδιτις
Intro Text:
σπονδῖτις σπονδῖτις, ιδος, making a σπονδή, Anth.
IDX:
30041
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30075
Key:
spondi=tis
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "σπονδῖτις\n σπονδῖτις, ιδος,\n making a σπονδή, Anth.", "key": "spondi=tis" }