σπονδαρχία
σπονδαρχία
σπονδαρχία, ἡ,
the beginning of the libation, the right of beginning it, Hdt.
from σπόνδαρχος
{ "content": "σπονδαρχία\n σπονδαρχία, ἡ,\n the beginning of the libation, the right of beginning it, Hdt.\n from σπόνδαρχος", "key": "spondarxi/a" }