σπολάς
σπολάς
σπολάς, άδος,
Aeolic for στολή
a leathern garment, buff-jerkin, Ar., Xen.
{ "content": "σπολάς\n σπολάς, άδος,\n Aeolic for στολή\n a leathern garment, buff-jerkin, Ar., Xen.", "key": "spola/s" }