σπιδής
σπιδής
σπῐδής, ές
deriv. unknown.
Found nowhere else
wide, broad, διὰ σπιδέος πεδίοιο Il.
{ "content": "σπιδής\n σπῐδής, ές\n deriv. unknown.\n Found nowhere else\n wide, broad, διὰ σπιδέος πεδίοιο Il.", "key": "spidh/s" }