Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Σπαρτάκειος
Σπάρτηθεν
Σπάρτηνδε
Σπάρτη
σπάρτη
Σπαρτιάτης
Σπαρτιᾶτις
σπαρτίον
σπάρτον
σπαρτός
σπάρτος
σπαρτοφόρος
σπάσμα
σπασμός
σπαταλάω
σπατάλη
σπατίλη
σπάω
σπεῖος
σπείραμα
σπειράομαι
View word page
σπάρτος
σπάρτος σπάρτος, ὁ, ἡ, Spanish broom, esparto, Xen., etc.
ShortDef
Spanish broom, esparto
Debugging
Headword:
σπάρτος
Headword (normalized):
σπάρτος
Headword (normalized/stripped):
σπαρτος
Intro Text:
σπάρτος σπάρτος, ὁ, ἡ, Spanish broom, esparto, Xen., etc.
IDX:
29982
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n30016
Key:
spa/rtos
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "σπάρτος\n σπάρτος, ὁ, ἡ,\n Spanish broom, esparto, Xen., etc.", "key": "spa/rtos" }