σπαργανιώτης
σπαργανιώτης
σπαργᾰνιώτης, ου, ὁ,
a child in swaddling-clothes, Hhymn.
from σπάργᾰνον
{ "content": "σπαργανιώτης\n σπαργᾰνιώτης, ου, ὁ,\n a child in swaddling-clothes, Hhymn.\n from σπάργᾰνον", "key": "sparganiw/ths" }