σπάραγμα
σπάραγμα
σπάραγμα, ατος, τό,
a piece torn off, a piece, shred, fragment, ὅσων σπαράγματα all whose mangled corpses, Soph.; σπάραγμα κόμας Eur.
= σπαραγμός, a tearing, rending, Eur.
{ "content": "σπάραγμα\n σπάραγμα, ατος, τό,\n a piece torn off, a piece, shred, fragment, ὅσων σπαράγματα all whose mangled corpses, Soph.; σπάραγμα κόμας Eur.\n = σπαραγμός, a tearing, rending, Eur.", "key": "spa/ragma" }