σοφιστικός
σοφιστικός
σοφιστικός, ή, όν
σοφιστής
of or for a sophist, Plat.
like a sophist, sophistical, Xen., etc. adv. -κῶς, Plat.
{ "content": "σοφιστικός\n σοφιστικός, ή, όν\n σοφιστής\n of or for a sophist, Plat.\n like a sophist, sophistical, Xen., etc. adv. -κῶς, Plat.", "key": "sofistiko/s" }