σμυρνίζω
σμυρνίζω
σμυρνίζω,
fut. -σω
σμύρνα
to flavour or drug with myrrh: Pass., οἶνος ἐσμυρνισμένος NTest.
{ "content": "σμυρνίζω\n σμυρνίζω,\n fut. -σω\n σμύρνα\n to flavour or drug with myrrh: Pass., οἶνος ἐσμυρνισμένος NTest.", "key": "smurni/zw" }