Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σμῖλαξ
σμῖλα
σμίλευμα
σμιλευτός
σμιλεύω
σμίλη
σμιλίον
Σμινθεύς
σμίνθος
σμινύη
σμυγερός
Σμυρναῖος
σμυρναῖος
Σμύρνα
σμύρνα
σμυρνίζω
σμυρνοφόρος
σμύχω
σμῶδιξ
σμώχω
σοβαρός
View word page
σμυγερός
σμυγερός poet. for μογερός with pain, painful, Soph. adv. -ρῶς, Soph.
ShortDef
with pain, painful
Debugging
Headword:
σμυγερός
Headword (normalized):
σμυγερός
Headword (normalized/stripped):
σμυγερος
IDX:
29905
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29940
Key:
smugero/s
Data
{'content': 'σμυγερός\n poet. for μογερός\n with pain, painful, Soph. adv. -ρῶς, Soph.', 'key': 'smugero/s'}