σμίλευμα
σμίλευμα
σμί_λευμα, ατος, τό,
a piece of carved work: metaph., σμιλεύματα ἔργων finely carved works, Ar.
{ "content": "σμίλευμα\n σμί_λευμα, ατος, τό,\n a piece of carved work: metaph., σμιλεύματα ἔργων finely carved works, Ar.", "key": "smi/leuma" }