View word page
σκωπτικός
σκωπτικός σκωπτικός, ή, όν from σκώπτω mocking, jesting, Plut., Luc.

ShortDef

mocking, jesting

Debugging

Headword:
σκωπτικός
Headword (normalized):
σκωπτικός
Headword (normalized/stripped):
σκωπτικος
Intro Text:
σκωπτικός σκωπτικός, ή, όν from σκώπτω mocking, jesting, Plut., Luc.
IDX:
29878
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29913
Key:
skwptiko/s

Senses and Citations (From Data)

Citations (From Models)

No citations.

Data

{
  "content": "σκωπτικός\n σκωπτικός, ή, όν\n from σκώπτω\n mocking, jesting, Plut., Luc.",
  "key": "skwptiko/s"
}