σκῶμμα
σκῶμμα
σκῶμμα, ατος, τό,
σκώπτω
a jest, joke, gibe, scoff, Ar.; ἐν σκώμματος μέρει by way of a joke, Aeschin.; σκ. παρὰ γράμμα a pun, Arist.
{ "content": "σκῶμμα\n σκῶμμα, ατος, τό,\n σκώπτω\n a jest, joke, gibe, scoff, Ar.; ἐν σκώμματος μέρει by way of a joke, Aeschin.; σκ. παρὰ γράμμα a pun, Arist.", "key": "skw=mma" }