Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σκυθρωπός
σκυλάκαινα
σκυλακεία
σκυλάκευμα
σκυλακεύω
σκυλάκιον
σκυλακώδης
σκύλαξ
σκύλευμα
σκυλεύω
σκυληφόρος
Σκύλλα
σκύλλω
σκυλοδεψέω
σκυλοδέψης
σκῦλον
σκύλος
σκυλοφόρος
σκυλοχαρής
σκύμνος
Σκῦρος
View word page
σκυληφόρος
σκυληφόρος σκῡλη-φόρος, ον, poetic for σκυλοφόρος, Anth.
ShortDef
No short def.
Debugging
Headword:
σκυληφόρος
Headword (normalized):
σκυληφόρος
Headword (normalized/stripped):
σκυληφορος
Intro Text:
σκυληφόρος σκῡλη-φόρος, ον, poetic for σκυλοφόρος, Anth.
IDX:
29845
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29880
Key:
skulhfo/ros
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "σκυληφόρος\n σκῡλη-φόρος, ον,\n poetic for σκυλοφόρος, Anth.", "key": "skulhfo/ros" }