Scaife ATLAS

Back to dictionaries

Middle Liddell

σκυθράζω
σκυθρός
σκυθρωπάζω
σκυθρωπός
σκυλάκαινα
σκυλακεία
σκυλάκευμα
σκυλακεύω
σκυλάκιον
σκυλακώδης
σκύλαξ
σκύλευμα
σκυλεύω
σκυληφόρος
Σκύλλα
σκύλλω
σκυλοδεψέω
σκυλοδέψης
σκῦλον
σκύλος
σκυλοφόρος
View word page
σκύλαξ
σκύλαξ σκύλαξ (ῠ), ακος, σκύλλω a young dog, whelp, puppy, Lat. catulus, Od., Hes.:—generally, a dog, Soph., etc. = σκύμνος, Eur.

ShortDef

a young dog, whelp, puppy

Debugging

Headword:
σκύλαξ
Headword (normalized):
σκύλαξ
Headword (normalized/stripped):
σκυλαξ
IDX:
29842
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29877
Key:
sku/lac

Data

{'content': 'σκύλαξ\n σκύλαξ (ῠ), ακος,\n σκύλλω\n a young dog, whelp, puppy, Lat. catulus, Od., Hes.:—generally, a dog, Soph., etc.\n = σκύμνος, Eur.', 'key': 'sku/lac'}