σκυλακώδης
σκυλακώδης
σκῠλᾰκ-ώδης, ες
εἶδος
like a young dog: τὸ σκυλακῶδες the nature of puppies, Xen.
{ "content": "σκυλακώδης\n σκῠλᾰκ-ώδης, ες\n εἶδος\n like a young dog: τὸ σκυλακῶδες the nature of puppies, Xen.", "key": "skulakw/dhs" }