Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
Σκυθίζω
Σκυθίζω
Σκυθικός
Σκυθιστί
Σκυθοτοξότης
σκυθράζω
σκυθρός
σκυθρωπάζω
σκυθρωπός
σκυλάκαινα
σκυλακεία
σκυλάκευμα
σκυλακεύω
σκυλάκιον
σκυλακώδης
σκύλαξ
σκύλευμα
σκυλεύω
σκυληφόρος
Σκύλλα
σκύλλω
View word page
σκυλακεία
σκυλακεία σκῠλᾰκεία, ἡ, a breeding of dogs, Plut.
ShortDef
a breeding of dogs
Debugging
Headword:
σκυλακεία
Headword (normalized):
σκυλακεία
Headword (normalized/stripped):
σκυλακεια
Intro Text:
σκυλακεία σκῠλᾰκεία, ἡ, a breeding of dogs, Plut.
IDX:
29837
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29872
Key:
skulakei/a
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "σκυλακεία\n σκῠλᾰκεία, ἡ,\n a breeding of dogs, Plut.", "key": "skulakei/a" }