σκυλάκαινα
σκυλάκαινα
σκῠλάκαινα (λᾰ), ἡ,
fem. of σκύλαξ, Anth.
No short def.
Headword (normalized):
σκυλάκαινα
Headword (normalized/stripped):
σκυλακαινα
Intro Text:
σκυλάκαινα
σκῠλάκαινα (λᾰ), ἡ,
fem. of σκύλαξ, Anth.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29871
No citations.
{
"content": "σκυλάκαινα\n σκῠλάκαινα (λᾰ), ἡ,\n fem. of σκύλαξ, Anth.",
"key": "skula/kaina"
}