σκότιος
σκότιος
σκότιος, α, ον
σκότος
dark,
of persons, in the dark, darkling, σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ, i. e. not in open wedlock, Il.; so, σκότιοι παῖδες Eur.; σκ. εὐναί clandestine Loves, Eur., etc.
of things and places, dark, Eur.
metaph., like σκοτεινός, dark, obscure, Ar.
Headword (normalized):
σκότιος
Headword (normalized/stripped):
σκοτιος
Intro Text:
σκότιος
σκότιος, α, ον
σκότος
dark,
of persons, in the dark, darkling, σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ, i. e. not in open wedlock, Il.; so, σκότιοι παῖδες Eur.; σκ. εὐναί clandestine Loves, Eur., etc.
of things and places, dark, Eur.
metaph., like σκοτεινός, dark, obscure, Ar.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29847
No citations.
{
"content": "σκότιος\n σκότιος, α, ον\n σκότος\n dark, \n of persons, in the dark, darkling, σκότιον δέ ἑ γείνατο μήτηρ, i. e. not in open wedlock, Il.; so, σκότιοι παῖδες Eur.; σκ. εὐναί clandestine Loves, Eur., etc.\n of things and places, dark, Eur.\n metaph., like σκοτεινός, dark, obscure, Ar.",
"key": "sko/tios"
}