σκολιότης
σκολιότης
from σκολιός
σκολιότης, ητος, ἡ,
crookedness, Plut.: in pl. the windings of a stream, etc., Strab.
{ "content": "σκολιότης\n from σκολιός\n σκολιότης, ητος, ἡ,\n crookedness, Plut.: in pl. the windings of a stream, etc., Strab.", "key": "skolio/ths" }