σκληρύνω
σκληρύνω
σκληρύ_νω,
σκληρός
to harden:—metaph. to harden the heart, NTest.
{ "content": "σκληρύνω\n σκληρύ_νω,\n σκληρός\n to harden:—metaph. to harden the heart, NTest.", "key": "sklhru/nw" }