σκληρότης
σκληρότης
from σκληρός
σκληρότης, ητος, ἡ,
hardness, Plat.
of persons, hardness, harshness, austerity, Plat.
{ "content": "σκληρότης\n from σκληρός\n σκληρότης, ητος, ἡ,\n hardness, Plat.\n of persons, hardness, harshness, austerity, Plat.", "key": "sklhro/ths" }