σκιοειδής
σκιοειδής
σκιο-ειδής, ές
εἶδος
fleeting like a shadow, shadowy, Ar., Plat.
{ "content": "σκιοειδής\n σκιο-ειδής, ές\n εἶδος\n fleeting like a shadow, shadowy, Ar., Plat.", "key": "skioeidh/s" }