σκινδάλαμος
σκινδάλαμος
σκινδάλᾰμος, Attic σχινδάλαμος, ὁ,
a splinter, Lat. scindula:—metaph., λόγων σχινδάλαμοι straw-splittings, quibbles, Ar.
{ "content": "σκινδάλαμος\n σκινδάλᾰμος, Attic σχινδάλαμος, ὁ,\n a splinter, Lat. scindula:—metaph., λόγων σχινδάλαμοι straw-splittings, quibbles, Ar.", "key": "skinda/lamos" }