σκιερός
σκιερός
σκιερός, or σκιᾰρός, ή, όν
σκιά
shady, giving shade, Hom., Pind., etc.
shady, shaded, Hes., Pind.
dark-coloured, Anth.
{ "content": "σκιερός\n σκιερός, or σκιᾰρός, ή, όν\n σκιά\n shady, giving shade, Hom., Pind., etc.\n shady, shaded, Hes., Pind.\n dark-coloured, Anth.", "key": "skiero/s" }