σκηνογραφικός
σκηνογραφικός
σκηνογρᾰφικός, ή, όν
for or in the manner of scene-painting, Strab.
from σκηνογράφος (ᾰ)
{ "content": "σκηνογραφικός\n σκηνογρᾰφικός, ή, όν\n for or in the manner of scene-painting, Strab.\n from σκηνογράφος (ᾰ)", "key": "skhnografiko/s" }