σκηνογραφία
σκηνογραφία
σκηνογρᾰφία, ἡ,
from σκηνογράφος (ᾰ)
scene-painting, Arist.
{ "content": "σκηνογραφία\n σκηνογρᾰφία, ἡ,\n from σκηνογράφος (ᾰ)\n scene-painting, Arist.", "key": "skhnografi/a" }