σκήνημα
σκήνημα
σκήνημα, ατος, τό,
σκηνέω
= σκηνή
a dwelling-place, Xen.: in pl. a nest, Aesch.
{ "content": "σκήνημα\n σκήνημα, ατος, τό,\n σκηνέω\n = σκηνή\n a dwelling-place, Xen.: in pl. a nest, Aesch.", "key": "skh/nhma" }