σκευοφυλακέω
σκευοφυλακέω
σκευοφῠλᾰκέω,
fut. -ήσω
to watch the baggage, Plut.
from σκεῠοφύλαξ
{ "content": "σκευοφυλακέω\n σκευοφῠλᾰκέω,\n fut. -ήσω\n to watch the baggage, Plut.\n from σκεῠοφύλαξ", "key": "skeuofulake/w" }