σκευοφορικός
σκευοφορικός
σκευοφορικός, ή, όν
of or for baggage-carrying, Xen.; βάρος σκ. the load for one animal, a beastʼs load, Xen.
{ "content": "σκευοφορικός\n σκευοφορικός, ή, όν\n of or for baggage-carrying, Xen.; βάρος σκ. the load for one animal, a beastʼs load, Xen.", "key": "skeuoforiko/s" }