σκευοποίημα
σκευοποίημα
σκευοποίημα, ατος, τό,
in pl. the dress of a tragic actor, Plut.
{ "content": "σκευοποίημα\n σκευοποίημα, ατος, τό,\n in pl. the dress of a tragic actor, Plut.", "key": "skeuopoi/hma" }