σκευαστός
σκευαστός
σκευαστός, ή, όν
verb. adj. of σκευάζω
prepared by art, artificial, Plat.
{ "content": "σκευαστός\n σκευαστός, ή, όν\n verb. adj. of σκευάζω\n prepared by art, artificial, Plat.", "key": "skeuasto/s" }