σκελετός
σκελετός
σκελετός, ή, όν
σκέλλω
dried up, withered: as Subst. σκελετός, οῦ, a dried body, mummy, Anth., Plut.
{ "content": "σκελετός\n σκελετός, ή, όν\n σκέλλω\n dried up, withered: as Subst. σκελετός, οῦ, a dried body, mummy, Anth., Plut.", "key": "skeleto/s" }