σκάφος
σκάφος
σκάφος (ᾰ), ὁ,
σκάπτω
a digging, hoeing, σκάφος οἰνέων the time for hoeing vines, Hes.
{ "content": "σκάφος\n σκάφος (ᾰ), ὁ,\n σκάπτω\n a digging, hoeing, σκάφος οἰνέων the time for hoeing vines, Hes.", "key": "ska/fos1" }