σκαπτός
σκαπτός
σκαπτός, ή, όν
σκάπτω
dug: that may be dug: —Σκαπτὴ ὕλη a district in Thrace, Hdt.
{ "content": "σκαπτός\n σκαπτός, ή, όν\n σκάπτω\n dug: that may be dug: —Σκαπτὴ ὕλη a district in Thrace, Hdt.", "key": "skapto/s" }