σκάπτειρα
σκάπτειρα
σκάπτειρα, ἡ,
fem. of σκαπτήρ, Anth.
No short def.
Headword (normalized):
σκάπτειρα
Headword (normalized/stripped):
σκαπτειρα
Intro Text:
σκάπτειρα
σκάπτειρα, ἡ,
fem. of σκαπτήρ, Anth.
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29672
No citations.
{
"content": "σκάπτειρα\n σκάπτειρα, ἡ,\n fem. of σκαπτήρ, Anth.",
"key": "ska/pteira"
}