Scaife ATLAS
Back to dictionaries
Middle Liddell
σιτοποιός
σιτοπομπία
σῖτος
σιτουργός
σιτοφάγος
σιτοφόρος
σιτοφύλακες
σίττα
σιτώνης
σιτωνία
σιφλός
σιφλόω
Σίφνιος
Σίφνος
σίφων
σιωπάω
σιωπηλός
σιωπή
σιωπητέος
σκάζω
σκαιός
View word page
σιφλός
σιφλός .σιφλός, ή, όν crippled, maimed, Lat. mancus.
ShortDef
crippled, maimed
Debugging
Headword:
σιφλός
Headword (normalized):
σιφλός
Headword (normalized/stripped):
σιφλος
Intro Text:
σιφλός .σιφλός, ή, όν crippled, maimed, Lat. mancus.
IDX:
29607
URN:
urn:cite2:scaife-viewer:dictionary-entries.atlas_v1:middle-liddell.perseus-eng2-n29642
Key:
siflo/s
Senses and Citations (From Data)
Citations (From Models)
No citations.
Data
{ "content": "σιφλός\n .σιφλός, ή, όν\n crippled, maimed, Lat. mancus.", "key": "siflo/s" }