σιτωνία
σιτωνία
from σῑτώνης
σῑτωνία, ἡ,
purchase of corn, the office of σιτώνης, Dem.
{ "content": "σιτωνία\n from σῑτώνης\n σῑτωνία, ἡ,\n purchase of corn, the office of σιτώνης, Dem.", "key": "sitwni/a" }