σιδηροτομέω
σιδηροτομέω
σῐδηρο-τομέω,
fut. -ήσω
τέμνω
to cut or cleave with iron, Anth.
{ "content": "σιδηροτομέω\n σῐδηρο-τομέω,\n fut. -ήσω\n τέμνω\n to cut or cleave with iron, Anth.", "key": "sidhrotome/w" }