σιδηρόπληκτος
σιδηρόπληκτος
σῐδηρό-πληκτος, Doric -πλακτος, ον,
smitten by iron, Aesch.
{ "content": "σιδηρόπληκτος\n σῐδηρό-πληκτος, Doric -πλακτος, ον,\n smitten by iron, Aesch.", "key": "sidhro/plhktos" }