σιδηρόδετος
σιδηρόδετος
σῐδηρό-δετος, ον,
iron-bound, ἐν ξύλῳ σιδηροδέτῳ, i. e. in the stocks, Hdt.
{ "content": "σιδηρόδετος\n σῐδηρό-δετος, ον,\n iron-bound, ἐν ξύλῳ σιδηροδέτῳ, i. e. in the stocks, Hdt.", "key": "sidhro/detos" }